opinion

Πως το σκυλί μου, μου άλλαξε τη ζωή

main

opinion

Πως το σκυλί μου, μου άλλαξε τη ζωή


της Μαργαρίτας Λοϊζου

Πάνε σχεδόν δυο χρόνια από τη στιγμή που μπήκε η Σάνσα στη ζωή μας ή αλλιώς όπως συνηθίζω να τη λέω, το μικρό χαζό μας  τερατάκι. Μικρό γιατί πάντα στα μάτια μου θα είναι ένα κουτάβι (παρόλο που όταν την υιοθετήσαμε ήταν ήδη 15 μηνών και σχεδόν πλήρως ανεπτυγμένη), χαζό γιατί είναι ένα καλό, αθώο πλάσμα χωρίς καμία υποψία και υπόνοια πονηριάς και τερατάκι γιατί ώρες ώρες απλά δεν μπορείς να πιστέψεις αυτά που κάνει.

Όταν πρωτο-πήραμε τη Σάνσα ήμουν να με κλαίνε οι ρέγγες. Είχα ένα απίστευτο άγχος να την αφήνω μόνη στο σπίτι τις ώρες της δουλειάς, αυτή ένιωθε ανασφάλεια στο καινούριο σπίτι και διέλυε σε καθημερινή βάση ότι έβρισκε, μέχρι και να δραπετεύσει προσπάθησε από τον πέμπτο( το τέρας), μέχρι που βρήκαμε τα πατήματά μας και πια η κατάσταση εξομαλύνθηκε.

Εκείνη την εποχή ήμουν ένας άνθρωπος που αγαπούσα τη ρουτίνα μου, τον καναπέ, ένα ποτήρι κρασί μαζί με ένα τσιγάρο μετά τη δουλειά, ηρεμία, τάξη και ασφάλεια. Και μετά ήρθε η Σάνσα. Και δεν έμεινε ούτε ρουτίνα, ούτε καναπές (literally τον έφαγε), ούτε κρασί με τσιγάρο μετά τη δουλειά, γιατί τη θέση τους έπρεπε να πάρει η απογευματινή βόλτα.

Στην αρχή με πείραζε αυτή η υποχρέωση. Η βόλτα, που έπρεπε μες στο καταχείμωνο να βγεις στη βροχή να περπατήσεις, και όχι ένα τετράγωνο γιατί γι αυτό το σκυλί η βόλτα έπρεπε να είναι κάπως μεγάλη βόλτα. Τα Σαββατοκύριακα, δε, ανεβοκατεβαίναμε όλοι μαζί βουνά και λόφους!

Πέρασε λίγος καιρός ίσως και λίγο βαριεστημένα, αλλά ήδη οι γλύκες και τα παιχνίδια μεταξύ μας  άρχισαν να μας δίνουν μια ωραία εικόνα για το τι θα ακολουθούσε.

Για να μη μακρυγορώ κάποια στιγμή άρχισε να με ενοχλεί που λαχάνιαζα στις μεγάλες μας βόλτες, στα πολλά σκαλιά μαζί της και στις ανηφοριές κι άρχισα να φλερτάρω με την ιδέα να κόψω το κάπνισμα. Κάποιες φορές προσπάθησα και να τρέξω μαζί της και τότε ήταν που έλεγα ότι θα μείνω στον τόπο.

To make a long story short, πριν λίγους μήνες έκοψα το τσιγάρο και όταν λόγω υποχρεώσεων την αφήσαμε για λίγο καιρό στη μαμά μου, άρχισα να παίρνω τους δρόμους μόνη μου. Δεν μπορούσα πια να μένω στο σπίτι τα απογεύματα, και ξεκίνησα να περπατάω. Μέχρι που κάποια στιγμή είπα «βρε δεν τρέχω κιόλας». Και άρχισα να τρέχω. Σαν το Forrest Gump. Χωρίς λόγο. Γιατί μπορούσα. Στην αρχή 1-2 χιλιόμετρα και μετά 4 και 5. Το ξέρω ότι δεν είναι κανένας Μαραθώνιος, αλλά η αλλαγή στη ζωή μου είχε ήδη έρθει και θα ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί.

Τώρα πια τρέχουμε μαζί και κοιτάζοντας πίσω δεν μπορώ κάποιες φορές να πιστέψω, όχι το πώς ήμουν, αλλά το πώς έγινα.

Μου άλλαξε τη ζωή, με έκανε να αγαπήσω τη φύση σε όλες της τις μορφές,  με έκανε υγιή και πάνω απ’ όλα με έκανε καλύτερο άνθρωπο. Κι αν αυτό δεν είναι κίνητρο για να ανοίξει κανείς την αγκαλιά του σε ένα ζωάκι, δεν ξέρω ποιο είναι.

Ποια είναι η άποψη σου;

Αρέσει σε %d bloggers: